Πολίτης ή Τρομοκράτης;

γράφει η Χριστιάνα Βλαχάκη

Η χρονιά της γέννησής μου ταυτίζεται σχεδόν με την εποχή πτώσης της χούντας στην Ελλάδα. Δεν  έχω μνήμες πολέμου, εμφυλίου, δεν έχω ρίζες αριστερές ή δεξιές, δεν έχω αγώνες στο βιογραφικό μου. Είμαι ο μέσος σύγχρονος ανθρωπάκος. Μεγάλωσα στην εποχή των μεγάλων αλλαγών της μεταπολίτευσης. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν εύκολα. Στιγματίστηκαν από δυο γονείς που δούλευαν πολύ για να προσφέρουν τα πάντα στα παιδιά τους, που έλπιζαν σε μια καλύτερη κοινωνία, κι απ’ την ιδεολογία πως η τιμιότητα, η γνώση και η εργατικότητα οδηγούν στην προσωπική και επαγγελματική επιτυχία και κοινωνική αναγνώριση. Σ’ αυτό το πλαίσιο δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να ενταχθώ σε συλλογικότητες, πίστευα ότι η πρόοδός μου ήταν καθαρά θέμα ατομικής εργασίας και προσπάθειας. “Κοίτα τη δουλειά σου κι άσε τους άλλους να κάνουν ότι αυτοί νομίζουν. Ο καλός άνθρωπος δε χάνεται. Αν είσαι εσύ εντάξει δεν υπάρχει περίπτωση να μην αναγνωριστεί.”

Με σημαία μου λοιπόν τις αρχές και τα πιστεύω αυτά, προχωρούσα στη ζωή. Κάθε χρόνος της ενήλικης ζωής μου που περνούσε, λειτουργούσε σαν ένας μικρός σεισμός που κουνούσε τις βάσεις πάνω στις οποίες είχα οικοδομήσει τη ζωή μου. Ήμουν τίμια αλλά οι άλλοι με αντιμετώπιζαν ως γραφική. Ήμουν εργατική, αλλά οι άλλοι το θεωρούσαν βλακεία να μη λουφάρω όταν μπορούσα. Είχα γνώσεις, αλλά δε φαινόταν να ενδιαφέρεται κανείς γι’ αυτές. Πίστευα στην ατομική εργασία και προσπάθεια, αλλά χαρούμενη ήμουν μόνο όταν τύχαινε να συνεργάζομαι και να πετυχαίνω πράγματα μαζί με άλλους.

Όλ’ αυτά λειτουργούσαν για χρόνια σαν τριγμοί των βάσεών μου, αλλά ποτέ δεν είχα τολμήσει να τ’ αμφισβητήσω. Έως….

Έως ότου έφτασε η εποχή της λεγόμενης κρίσης. Όπως όλοι αρχικά πίστεψα πως: κρίση είναι θα περάσει. Στήθηκα μπροστά απ’ την TV να δω τι λένε οι “εκπρόσωποί” μας στη βουλή, προσπάθησα να πειστώ από επιχειρήματά τους, αλλά κι από επιχειρήματα δημοσιογράφων των επικρατούντων και κυρίαρχων ΜΜΕ. Το μόνο που κατάφερα ήταν ν’ ανεβάζω την πίεσή μου την ώρα των ειδήσεων και των πολιτικών εκπομπών κι έπειτα για να ισορροπήσω να φλερτάρω με την κατάθλιψη στον καναπέ μου. Μετά από χρόνια αποχής αποφάσισα να πάω να ψηφίσω στις εκλογές. Αυτό που επέλεξα φυσικά δεν ήταν η επικρατούσα τάση. Τότε λοιπόν ήταν που αποφάσισα….δεν ξέρω πως και γιατί – μάλλον είναι αυτή η αρχέγονη δύναμη που όλοι έχουμε μέσα μας και που μας σπρώχνει στη ζωή – να κλείσω την TV. Ξαφνικά ο χρόνος μου πολλαπλασιάστηκε. Κι ενώ για χρόνια θεωρούσα πως η τηλεόραση με βοηθά να χαλαρώσω μετά από μια κουραστική μέρα, ανακάλυψα κι άλλα πράγματα που λειτουργούσαν έτσι, για να μην πω και καλύτερα. Αργότερα ένιωσα την ανάγκη να μην είμαι μόνη πια. Τότε αποφάσισα να συμμετέχω στον Ιστό. Είχα ένα γνωστό εκεί κι ήταν ο μόνος από τους φίλους μου που χαμογελούσε, που είχε μια γλύκα στη ματιά του και μια ηρεμία όταν μιλούσε. Αυτά ήταν που με τράβηξαν σ’ αυτόν -αυτά ήταν μάλλον  που μου έλειπαν πιο πολύ στη ζωή μου- κι έτσι σε μια προσπάθεια να τον γνωρισω καλύτερα, άρχισα να συχνάζω στα “λημέρια” του, ένας εκ των οποίων και μια κατάληψη ο “Ιστός”. Και να’ μαι πια κοντά στα 40, για πρώτη φορά έως τώρα, σ’ ένα χώρο “κέντρο ανομίας”, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κουστουμάτων της τηλεόρασης. Αυτό ήταν και το κρίσιμο σημείο, η κρίσιμη καμπή στην ατομικό-κεντρική – έστω οικογενειακό-κεντρική – ζωή μου. Έκανα την υπέρβασή μου να πάω σε κάτι που δε γνώριζα καν τι είναι.

Κι ενώ στην τηλεόραση άκουγα για χώρους ανομίας, γκαζάκια, μπουκάλια μπύρας και κοντάρια εγώ το μόνο γκαζάκι που συνάντησα είναι για να φτιάχνουμε ελληνικό καφέ στη γιαγιά γειτόνισσα που έρχεται πού και πού να μας επισκεφθεί και που χαίρεται καθώς λέει που άνοιξε ο χώρος του Ιστού, γιατί εκεί πήγαινε σχολείο όταν ήταν μικρή και σπάραζε η καρδιά της να τον βλέπει να ρημάζει. Άσε και που οι φωνές των παιδιών που ξαναζωντανεύουν το χώρο της θυμίζουν τους συμμαθητές της. Μπουκάλια μπύρας δε βρήκα καθόλου, γιατί η ομάδα είχε αποφασίσει να αγοράζει αλουμινένια κουτάκια μπύρας για όποιον θέλει να πιει μια μπύρα στο συλλογικό καφενείο και να τα δίνουν όταν αδειάζουν σ’ ένα συντοπίτη τους, ο οποίος τα πάει για ανακύκλωση, κι έτσι βγάζει ένα μεροκάματο για να μεγαλώσει τα  παιδιά του. Όσο για κοντάρια… έχουμε πολλά … σκουπόξυλα … βλέπετε ο χώρος είναι μεγάλος, έχουμε και αυλή και….ο καθαρισμός του χώρου είναι δουλειά όλων μας. Δουλειά όλων μας όμως είναι και η συμμετοχή στις αποφάσεις….βλέπετε εδώ δεν έχουμε εκπροσώπους. Ο καθένας εκπροσωπεί τον εαυτό του και μόνο. Καμιά ομάδα, καμιά πολιτική ή άλλη παράταξη. Έμαθα επίσης να έχω γνώμη πάλι γι’ αυτά που μας συμβαίνουν. Να μη φοβάμαι να την εκφράσω δημόσια, εστιάζοντας όμως όχι στη γκρίνια, αλλά στις λύσεις. Έμαθα επίσης, ότι οι γύρω μου σέβονται τη γνώμη μου. Κι έμαθα επίσης και το πιο σημαντικό. Έμαθα να σέβομαι κι εγώ τη γνώμη των άλλων, να μην κρίνω, να μην υποβαθμίζω τίποτα και κανέναν. Ο καθένας έχει τη δική του συνεισφορά, ανάλογα με το χρόνο, τις δυνάμεις, τις γνώσεις, τις ικανότητες και το βαθμό διαθεσιμότητάς του. Ξαναεκπαιδεύτηκα ν’ αποφασίζω όχι με πλειοψηφικό τρόπο, αλλά με συναινετικό. Ναι, ακόμα ρίχνω νερό στο κρασί μου ενίοτε – βλέπετε έχω ποτιστεί από τον ατομισμό της εποχής μου- όμως πια για μένα είναι σημαντικότερη η ομάδα και η συνοχή της, παρά η επικράτηση των δικών μου απόψεων.

Χαίρομαι…ναι ΧΑΙΡΟΜΑΙ πια που υπάρχει ένας χώρος που μπορώ να προτείνω και να πραγματοποιήσω δράσεις, αλλά και να βοηθήσω στην υλοποίηση δράσεων που έχουν προταθεί από άλλους και που όμως βρίσκω ενδιαφέρουσες ή χρήσιμες.  ΧΑΙΡΟΜΑΙ που τα παιδιά μου από μικρά μαθαίνουν στη συνεργασία, τη συνδημιουργία, την αλληλεγγύη, την προσφορά, το μοίρασμα χώρων, αντικειμένων και απόψεων. ΧΑΙΡΟΜΑΙ που η εθελοντική προσφορά των άλλων, αλλά και η δική μου μπορούν να τους προσφέρουν ό,τι η καπιταλιστική κρίση τους στέρησε -μουσική, χορό, επαφή με το θέατρο, τα εικαστικά – και το κυριώτερο όλων, επαφή με ανθρώπους δημιουργικούς, αισιόδοξους, δραστήριους, καλλιεργημένους, ευαίσθητους. ΧΑΙΡΟΜΑΙ που εκπαιδεύομαι στην πράξη στην άμεση δημοκρατία και  τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων. ΧΑΙΡΟΜΑΙ που ζω και συνδυαμορφώνω πια μια κοινότητα-κοινωνία αλληλεγγύης κι ανθρωπιάς. ΧΑΙΡΟΜΑΙ που δεν είμαστε πια μόνοι μας στην κρίση.

ΝΑΙ, τολμώ να πω ότι χαίρομαι. Ίσως αυτό να είναι και το πιο ριζοσπαστικό κι ανατρεπτικό που μπορεί να ομολογήσει κανείς αυτή την εποχή. Καταλαβαίνω απόλυτα πως οι αυταρχικές δομές του κράτους θα με/μας προτιμούσαν λυπημένους, τρομαγμένους, φοβισμένους κι ακινητοποιημένους στο σπίτι μας. Θα ήταν πιο εύκολο να μας χειραγωγήσουν έτσι. Κι όμως εγώ δεν κάθομαι μόνη στο σπίτι μου πια. Έχω ένα δεύτερο συλλογικό σπίτι, με πολλούς “συγκατοίκους”. Αυτή και μόνο αυτή είναι η μοναδική επανάσταση που μπορώ για την ώρα να τολμήσω. Αν γι’ αυτές τις δράσεις μου αξίζει να προσαχθώ στο τμήμα, να συλληφθώ,  ή να δικαστώ με χαρά θα το κάνω. Αν γι’ αυτό μου αξίζει να συμπεριληφθώ στους “παράνομους” αυτής της χώρας, θα είναι τιμή μου. Είναι το λιγότερο που οφείλω στα παιδιά μου, στην αξιοπρέπειά μου, στον εαυτό μου.  Νιώθω πια στο πετσί μου πως η τιμιότητα και η εργατικότητα μπορούν να μας πάνε – κι όχι να με πάνε – μπροστά, μόνο αν συνδυαστούν με τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, τη συμμετοχή και τις δημοκρατικές κι όχι αντιπροσωπευτικές διαδικασίες. Και φυσικά πια ξέρω, πως η πράξη της κατάληψης δημόσιου χώρου – όχι για ίδιο, αλλά για δημόσιο συμφέρον – είναι καθαρά πολιτική. Όχι όμως παράνομη. Παράνομη την έχρισε η κεντρική εξουσία, καθώς δεν τη βολεύει καθόλου η αυτοοργάνωση των ανθρώπων, η συμμετοχή και αυτενέργεια των πολιτών.

Ναι διεκδικώ τον τίτλο “πολιτικό ον” πια για τον εαυτό μου. Επαναδιεκδικώ την ελληνική ετυμολογία της λέξης “Δήμος”. Δήμος δεν είναι για μένα ο Δήμαρχος, το δημοτικό συμβούλιο, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι ή οι υπάλληλοι ή το σύνολο των διοικητικών υπηρεσιών του δήμου. Δήμος είναι: το σύνολο των πολιτών που έχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά. Δήμος είμαστε όλοι εμείς. Δικαίωμα και υποχρέωση ν’ αποφασίζουμε για τη ζωή και την πόλη μας έχουμε εμείς. Οι ελάχιστοι δημόσιοι χώροι που έχουν απομείνει πια, ανήκουν σε όλους, σε μας, στα παιδιά μας και στα παιδιά των παιδιών μας. Το τι θα κάνουμε μ’ αυτούς, αλλά και με τη ζωή μας συνολικά είναι θέμα δικό μας κι όχι κάποιων που αυτοαποκαλούνται “αυθεντίες” και που καθημερινά αποδεικνύονται διαπλεκόμενοι. Καταλήγω λέγοντας, πως ναι, είναι πράξη πολιτική να διεκδικούμε το μέλλον μας, την αξιοπρέπεια των παιδιών μας.

Ο “Ιστός” είναι χώρος ανοιχτός σ’ όποιον και όποια θέλει να συμμετέχει.

Στον Ιστό “είμαστε στο “εμείς” και όχι στο “εγώ”.

Ο “Ιστός” είμαστε ΕΜΕΙΣ.

Το μέλλον είναι στα χέρια μας.

Advertisements